χειρότερο /çiˈɾotero/ Adjective
- English
- worst
- 日本語
- 最悪
Example
- Ήταν μακράν η χειρότερη ομιλία που είχε δώσει ποτέ. [Η χειρότερη / η πιο άσχημη / η πιο κακή]
- It was by far the worst speech he had ever made.
- Η χρήση του 'μακράν' τονίζει την απόλυτη υπεροχή της κακίας.