χειρουργικός /çiɾuɾʝiˈkos/ Adjective
- English
- surgical
- 日本語
- 外科的
Example
- Ο ασθενής χρειάζεται μια [χειρουργική επέμβαση] (ακριβής / επιδέξια / λεπτή) παρέμβαση.
- The patient requires a surgical intervention.
- Στην ιατρική, το 'χειρουργική' είναι το μαγνητικό ζεύγος του 'επέμβαση'.