Χέρι /ˈçe.ri/ Noun

English
hand
日本語

Example

  • Τέντωσε το {χέρι} της για να χαιρετήσει τον νέο γείτονα.
  • She reached out her hand to greet the new neighbor.
  • Η κίνηση του χαιρετισμού είναι πολύ σημαντική στην ελληνική κουλτούρα.