χήρα /ˈçi.ra/ NounEnglishwidow日本語未亡人ExampleΗ χήρα λαμβάνει σύνταξη χηρείας. (Η χήρα / Η σύζυγος θανόντος / Η ορφανή) — της χήραςShe receives a widow's pension.Η 'σύνταξη χηρείας' είναι ο μαγνητικός όρος.