Χώρα /ˈxo̞ra/ NounEnglishcountry日本語国 (kuni)ExampleΑντιπροσωπεύει τη **χώρα** της στους διεθνείς αγώνες (εκπροσωπεί / οικοδομεί / θεμελιώνει).She represents her country in international sports.Η εκπροσώπηση είναι θέμα εθνικής υπερηφάνειας.