Χορωδία /xo.roˈði.a/ Noun

English
choir
日本語
合唱団

Example

  • Τραγουδάει στην [χορωδία] του σχολείου.
  • She sings in the school choir.
  • Η 'χορωδία' είναι η πιο φυσική επιλογή για σχολικό πλαίσιο.