εξυπηρετικός /ɛksipiɾeˈftikos/ Επωφελής

English
helpful
日本語
役に立つ

Example

  • Το προσωπικό του ξενοδοχείου ήταν πολύ [Χρήσιμος/Βοηθητικός/Επαγγελματικός].
  • The staff at the hotel were very helpful.
  • Στην καθημερινή ομιλία, το 'Χρήσιμος' είναι το πιο συχνό.