Σινεμά /siˈnema/ NounEnglishcinema日本語映画 (Eiga)ExampleΣυναντηθήκαμε στον **κινηματογράφο** (αίθουσα / σινεμά / θέατρο) πριν αρχίσει η παράσταση.We met at the cinema before the show started.Στην καθομιλουμένη, το 'σινεμά' είναι πολύ πιο συχνό.