Μπαμπάς /baˈbas/ Noun

English
dad
日本語
お父さん

Example

  • Εκεί είναι ο μπαμπάς μου (ο πατέρας μου / ο γονιός μου / ο παππούς μου).
  • That's my dad over there.
  • Το 'Μπαμπάς' είναι η πιο ζεστή, καθημερινή επιλογή.