Δαίμονας /ðeˈmonas/ NounEnglishdemon日本語鬼ExampleΟ θρύλος λέει πως ο [Δαίμονας] στοιχειώνει το δάσος.The folklore tells of a demon that haunts the forest.Εδώ χρησιμοποιείται με την έννοια του φαντάσματος/πνεύματος.