Διαφάνεια /ðiaˈfanʝa/ Noun
- English
- transparency
- 日本語
- 透明性
Example
- Η κυβέρνηση υποσχέθηκε μεγαλύτερη διαφάνεια (διαφάνεια / διαφάνεια / σαφήνεια) στον προϋπολογισμό της.
- The government promised greater transparency in its budget reporting.
- Εδώ τονίζεται η ανάγκη για έλεγχο και κατανόηση των οικονομικών.