Διαφορά /ðiaˈfora/ Noun

English
difference
日本語
違い (Chigai)

Example

  • Υπάρχει μια ουσιαστική **διαφορά** (διακρίνει / ξεχωρίζει / διαφέρει) στις απόψεις τους.
  • There is a significant difference in their opinions.
  • Η λέξη τονίζει την αντίθεση των ιδεών.