Διάγραμμα /ðiˈaɣrama/ Noun

English
chart
日本語
図表(ずひょう)

Example

  • Το κυκλικό διάγραμμα δείχνει τις μηνιαίες μας δαπάνες.
  • The pie chart illustrates our monthly spending.
  • Το 'διάγραμμα' είναι η πιο κοινή επιλογή για οπτικές παρουσιάσεις.