Shipping (ως ρήμα/υποστήριξη ζευγαριών) /ˈʃɪpɪŋ/ Noun

English
shipping
日本語
配送 / 推しカプ

Example

  • Το κανάλι είναι ανοιχτό για την [Διακίνηση] (Μεταφορά / Αποστολές).
  • The canal is open to shipping.
  • Εδώ το 'shipping' αφορά τη διέλευση πλοίων.