ΔΗΛΩΝΩ /ðiˈlono/ Verb

English
proclaim
日本語
宣言する

Example

  • Ο Πρόεδρος **διακήρυξε** (αόρ.) ημέρα εθνικού πένθους. [Διακηρύττω / Ανακηρύσσω / Δηλώνω] — Η πράξη ήταν μία και τελική.
  • The president proclaimed a national day of mourning.
  • Στην επίσημη αναγγελία, το αόριστο (διακήρυξε) είναι πιο συχνό.