Ρύθμιση /riˈθmi.si/ Noun

English
configuration
日本語
設定

Example

  • Η **διάταξη** (σύνθεση / διάρθρωση) του σχεδίου βασίζεται σε τέσσερις διαμορφώσεις τετραγώνων.
  • The design is based on four configurations of squares.
  • Εδώ το 'διάταξη' τονίζει την οπτική οργάνωση.