Διανομή /ðia.noˈmi/ Noun

English
distribution
日本語
流通 / 配信

Example

  • Μελέτησαν τη γεωγραφική [διανομή] (εξάπλωση / ροή / μοίρασμα) της νόσου.
  • They studied the geographical distribution of the disease.
  • Εδώ το 'διανομή' είναι το πιο φυσικό για γεωγραφική κάλυψη.