διαπραγμάτευση /ðjɐprɐɣmɐˈtɛft͡si] Noun
- English
- negotiation
- 日本語
- 交渉
Example
- Οι μακρές [διαπραγματεύσεις] (διαβούλευση / συζήτηση / διαπραγμάτευση) κράτησαν τρεις μήνες.
- The peace negotiations lasted for three months.
- Η λέξη 'διαπραγματεύσεις' στον πληθυντικό είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση για τη διαδικασία.