διασημότητα /θɛliˈmiti/ Noun

English
celebrity
日本語
有名人

Example

  • Η [Διασημότητα] μαγείρων έκανε μια εκπομπή μαγειρικής.
  • The celebrity chef hosted a cooking show.
  • Η λέξη «διασημότητα» είναι η πιο άμεση μετάφραση.