ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ /ðjataráksi/ Noun
- English
- disruption
- 日本語
- 破壊的創造
Example
- Η απεργία προκάλεσε σημαντική [διαταραχή] (αναστάτωση / διακοπή) στις δημόσιες συγκοινωνίες.
- The strike caused significant disruption to public transport.
- Εδώ η «διαταραχή» είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.