κακόφημος /kaˈkofiːmos/ Επίθετο

English
infamous
日本語
悪名高い

Example

  • Ο στρατηγός ήταν **διαβόητος** για την ωμότητά του. (Ο **περιβόητος** / Ο **κακόφημος**)
  • The general was infamous for his brutality.
  • Το 'διαβόητος' φέρει το βάρος της ιστορικής, αρνητικής φήμης.