Διαζύγιο /ðiaˈziʝo/ Noun

English
divorce
日本語
離婚

Example

  • Η **λύση του γάμου** (διαζύγιο / λύση / διάσταση) οριστικοποιήθηκε στο δικαστήριο χθες.
  • The divorce was finalized in court yesterday.
  • Το «διαζύγιο» είναι ο πιο συνηθισμένος όρος.