Διδασκαλία /ðiðasˈkalia/ NounEnglishteaching日本語教えるExampleΗ [Διδασκαλία] (Καθοδήγηση / Παραδιδασκαλία) της έχει αφιερώσει τριάντα χρόνια.She has spent thirty years in teaching.Η «Διδασκαλία» εδώ τονίζει τη συστηματική πράξη.