διηγούμαι / διηγηθώ /ði.i.ˈɣu.me/ Verb
- English
- recount
- 日本語
- 詳細に語る
Example
- Ο μάρτυρας [διηγήθηκε] (ακριβής/λεπτομερής/ζωντανά) τα γεγονότα του ατυχήματος στην αστυνομία.
- He recounted the events of the accident to the police.
- Το 'διηγούμαι' δίνει έμφαση στη ροή της ιστορίας.