Διευθυντής / Σκηνοθέτης /ðiˈrektɔr/ Noun

English
director
日本語
監督

Example

  • Η κυρία Παπαδοπούλου ορίστηκε ως μη εκτελεστική [διευθύντρια] στο Διοικητικό Συμβούλιο.
  • She was recently appointed as a non-executive director.
  • Το θηλυκό είναι 'διευθύντρια'.