ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ /epiˈtʃirisi/ Noun
- English
- operation
- 日本語
- 手術 / 作戦
Example
- Ο ασθενής ανάρρωσε γρήγορα μετά την [εγχείρηση] (αποκατάσταση/θεραπεία/επέμβαση) — Η ανάρρωση ήταν ταχύτατη.
- The patient recovered quickly after the operation.
- Το «εγχείρηση» είναι το πιο συνηθισμένο και άμεσο. Ζεστό και κατανοητό.