Έχω /ˈe.xo/ Verb

English
have
日本語
持つ (Motsu)

Example

  • Έχει καθαρό όραμα για τη μελλοντική της καριέρα. (Κατέχω / Διαθέτω / Κρατώ)
  • She has a clear vision for her future career.
  • Το «έχω» εδώ τονίζει την εσωτερική της βεβαιότητα.