εχθρικότητα /eχθriˈko̞ti/ NounEnglishhostility日本語敵意ExampleΥπήρχε μια σχεδόν φανερή εχθρότητα στη φωνή της. [Εχθρικότητα / Μίσος / Δυσμένεια] — της.There was a barely veiled hostility in her tone.Εδώ τονίζεται η υποβόσκουσα ένταση.