έφηβος/η (ή δάνειο: teenage) έφηβος/η AdjectiveEnglishteenage日本語十代ExampleΕίναι μια [νεανικός / εφηβικός / της εφηβείας] κοπέλα με μεγάλα όνειρα.She is a teenage girl with big dreams.Το 'νεανικός' είναι πιο ζεστό από το 'εφηβικός'.