Ευτυχώς /ef.tiˈxos/ Επίρρημα

English
thankfully
日本語
幸いにも

Example

  • Ευτυχώς, κανείς δεν τραυματίστηκε στο ατύχημα.
  • Thankfully, no one was injured in the accident.
  • Η λέξη δίνει έμφαση στο ότι η απουσία τραυματισμού ήταν τυχερή εξέλιξη.