είκοσι /iˈkosi/ NounEnglishtwenty日本語二十歳(はたち)ExampleΗ συνάντηση θα ξεκινήσει σε είκοσι λεπτά. (είκοσι / είκοσι / είκοσι) — Η συνάντηση ξεκινά σε είκοσι λεπτά.The meeting starts in twenty minutes.Η χρήση είναι άμεση και καθημερινή.