Ειρήνη /iˈrini/ Noun

English
peace
日本語
平和

Example

  • Οι δύο χώρες ζουν σε [ειρήνη] εδώ και δεκαετίες.
  • The two countries have lived in peace for decades.
  • Η ειρήνη είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.