ελαχιστοποιώ /elɐχistoˈpoio/ Ρήμα
- English
- minimize
- 日本語
- 最小限に抑える
Example
- Η καλή υγιεινή βοηθά να **ελαχιστοποιήσουμε** τον κίνδυνο μόλυνσης.
- Good hygiene helps to minimize the risk of infection.
- Εδώ το 'ελαχιστοποιώ' είναι η πιο ακριβής, τεχνική επιλογή.