ελάχιστος /miˈni.mum/ AdjectiveEnglishminimum日本語最低限ExampleΥπάρχει ένα **ελάχιστο** κόστος για τις συναλλαγές με κάρτα.There is a minimum charge for credit card transactions.Το 'ελάχιστο' εδώ είναι ουσιαστικό, αλλά λειτουργεί ως επίθετο.