ηλεκτρονικός /ilektroˈnikos/ AdjectiveEnglishelectronic日本語電子ExampleΟι επιβάτες πρέπει να κλείσουν όλες τις [ηλεκτρονικές] συσκευές τους.Airline passengers must switch off all electronic devices.Εδώ τονίζεται η ανάγκη απενεργοποίησης.