αγαθά /aɣaˈθa/ Noun

English
goods
日本語
商品

Example

  • Το μαγαζί πουλάει ποικιλία οικιακών **αγαθών** (ποικιλία / είδη / προϊόντα) — σαν να έλεγες «τα καλούδια του σπιτιού».
  • The shop sells a variety of household goods.
  • Το «αγαθά» εδώ είναι πιο ζεστό από το τυπικό «εμπορεύματα».