εμπιστοσύνη /embiˈstosiˌni/ NounEnglishtrust日本語信頼ExampleΗ συνεργασία μας βασίζεται στην αμοιβαία **εμπιστοσύνη**.Our partnership is based on mutual trust.Η λέξη 'εμπιστοσύνη' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.