Ενέργεια /eˈnerʝia/ NounEnglishenergy日本語元気ExampleΕίναι σπατάλη χρόνου και [ενέργειας] — [απόδοση / σθένος / ζωντάνια].It's a waste of time and energy.Η λέξη 'απόδοση' (performance) είναι πιο κοντά στο 'waste of energy' σε εργασιακό πλαίσιο.