Ενθουσιασμός /enθusiaˈzmos/ Noun

English
enthusiasm
日本語
熱意

Example

  • Η φωνή της είχε **ενθουσιασμό** (ζωντάνια / φλόγα / ορμή) — η παρουσίαση ήταν μαγική.
  • Her voice was full of enthusiasm.
  • Εδώ ο ενθουσιασμός είναι η πηγή της ενέργειας.