ΕΝΤΟΠΙΖΩ /en.doˈpi.zo/ Verb
- English
- locate
- 日本語
- 特定する
Example
- Ο τεχνικός [εντοπίζει] (βρίσκω / προσδιορίζω / ανακαλύπτω) το πρόβλημα αμέσως.
- The mechanic located the fault immediately.
- Το 'εντοπίζω' είναι πιο επίσημο από το 'βρίσκω' όταν μιλάμε για σφάλματα ή σημεία.