επαινώ /e.peˈnɔ/ Verb

English
applaud
日本語
称賛する

Example

  • Η πλατεία σηκώθηκε όρθια για να **εγκωμιάσει** τον πιανίστα. (Εγκωμιάζω / Επιδοκιμάζω / Επαινώ)
  • The audience stood up to applaud the pianist.
  • Εδώ το 'εγκωμιάζω' δίνει μια πιο έντονη, σχεδόν ποιητική νότα.