επαρχιακός /eparchjaˈkos/ AdjectiveEnglishprovincial日本語田舎臭いExampleΟι [επαρχιακοί / μη-αστικοί / τοπικοί] εκλογές θα διεξαχθούν τον επόμενο μήνα.The provincial elections will be held next month.Εδώ σημαίνει 'εκτός πρωτεύουσας'.