ΕΠΙΔΙΩΚΩ /epiˈðjoko/ VerbEnglishpursue日本語追求ExampleΕκείνη **επιδιώκει** (διώκω / ακολουθώ / επιζητώ) ένα πτυχίο στην επιστήμη των υπολογιστών.She is pursuing a degree in computer science.Εδώ χρησιμοποιούμε το 'επιδιώκω' για ακαδημαϊκό στόχο.