επιφάνεια εργασίας /epifáːnʝa ɛrɣasías/ Noun
- English
- desktop
- 日本語
- デスクトップ
Example
- Έσωσα το αρχείο κατευθείαν στην [Επιφάνεια εργασίας] του συστήματος.
- I saved the file directly to my desktop.
- Η 'Επιφάνεια εργασίας' είναι η πιο επίσημη και κατανοητή επιλογή.