Κρίσιμα /kriˈsiːma/ AdverbEnglishcritically日本語致命的に / 批判的にExampleΜίλησε **επικριτικά** για την απόφαση του πατέρα της.She spoke critically of her father's decision.Εδώ το 'επικριτικά' (από το ρήμα επικρίνω) είναι το πιο φυσικό.