Επιλογή /epiˈloʝi/ NounEnglishselection日本語選定ExampleΗ [επιλογή] (επιλογή / διάκριση / εκλεκτό) — πήρε τον χρόνο της για να κάνει την επιλογή της.She took a long time to make her selection.Εδώ τονίζεται η χρονική διστακτικότητα.