Επιμελής / Αφοσιωμένος /epiˈmelis/ Επίθετο
- English
- assiduous
- 日本語
- 勤勉
Example
- Η [Επιμελής / φιλότιμος / ακούραστος] της προσπάθεια να μάθει το νέο λογισμικό απέδωσε καρπούς.
- She was assiduous in her efforts to learn the new software.
- Το 'επιμελής' τονίζει την ποιότητα της φροντίδας.