περιπλοκή /peri.ploˈki/ Noun
- English
- complication
- 日本語
- 面倒
Example
- Η κακοκαιρία πρόσθεσε μια νέα **επιπλοκή** στο ταξίδι μας. (Η δυσκολία / Η περιπέτεια / Η αναποδιά)
- The bad weather added a further complication to our journey.
- Το «πρόσθεσε» είναι μαγνητικός συνδυασμός με την επιπλοκή.