επιτίθεμαι /epiˈtiθemo/ Noun

English
attack
日本語
攻撃

Example

  • Η πόλη αναρρώνει από την πρόσφατη τρομοκρατική [επιθέσεως].
  • The city is recovering from the recent terrorist attack.
  • Το 'επίθεσης' είναι γενική πτώση.