Επιτροπή /epitrɔˈmi/ Noun
- English
- committee
- 日本語
- 委員会
Example
- Η οργανωτική [Επιτροπή] δούλεψε ακούραστα για να εξασφαλίσει την επιτυχία της εκδήλωσης.
- The organizing committee worked tirelessly to ensure the event's success.
- Η πιο συνηθισμένη και ουδέτερη επιλογή.